Ο όρος αναγεννησιακό θέατρο αναφέρεται κατά κύριο λόγο στο ιταλικό θέατρο, καθώς στην Ιταλία διαμορφώθηκαν πρώτα τα νέα πρότυπα. Σε ευρύτερη χρήση καλύπτει το θέατρο της ίδιας περιόδου σε όλη την Ευρώπη, το οποίο απαντά συχνά με ειδικότερους όρους, όπως το ελισαβετιανό θέατρο, το θέατρο του ισπανικού Χρυσού Αιώνα ή ακόμη και το κρητικό θέατρο. Πλαίσιό του υπήρξε ο ουμανισμός, που έθεσε στο κέντρο τον άνθρωπο και πρόβαλε το ιδεώδες του καθολικού ανθρώπου [uomo universale]. Κύριες εστίες της θεατρικής δημιουργίας έγιναν οι αυλές των ηγεμόνων, όπως της Φερράρας, της Μάντοβας και της Φλωρεντίας, και οι ακαδημίες. Η έλευση Βυζαντινών λογίων πριν και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) και η τυπογραφία διευκόλυναν τη μελέτη των αρχαίων δραμάτων, τα οποία είχαν τυπωθεί όλα έως το 1518.
Η θεωρία του δράματος στηρίχθηκε στην Ποιητική του Αριστοτέλη, η οποία κυκλοφόρησε σε λατινική μετάφραση το 1498 και σχολιάστηκε από τον Francesco Robortello [Φραντσέσκο Ρομπορτέλλο] το 1548, καθώς και στην Ποιητική τέχνη [Ars poetica] του Οράτιου [Horatius]. Οι θεωρητικοί διατύπωσαν τις αρχές της κλασσικίζουσας δραματουργίας: την αληθοφάνεια, την αρχή της ευπρέπειας, τη διάκριση των ειδών και τις αριστοτελικές ενότητες δράσης, τόπου και χρόνου, τις οποίες κωδικοποίησε ο Lodovico Castelvetro [Λοντοβίκο Καστελβέτρο] το 1570.
Στην κωμωδία, μετά τις παραστάσεις έργων του Πλαύτου [Plautus] και του Τερέντιου [Terentius], όπως των Μεναίχμων [Menaechmi] σε ιταλική μετάφραση στη Φερράρα (1486), αναπτύχθηκε η λόγια κωμωδία [commedia erudita]: γραμμένη στα ιταλικά, με ρωμαϊκή δομή και σύγχρονη θεματολογία. Κορυφαία έργα της είναι η Cassaria [Το κιβώτιο] (1508) του Ludovico Ariosto [Λουντοβίκο Αριόστο] και ο Μανδραγόρας [La Mandragola] (π. 1518) του Μακιαβέλλι [Niccolò Machiavelli], κωμωδία ηθών που εκθέτει τη διαφθορά της αστικής κοινωνίας και του κλήρου. Δίπλα στη λόγια κωμωδία των αυλών αναπτύχθηκε η κομμέντια ντελλ άρτε, είδος επαγγελματικού θεάτρου βασιζόμενο στον αυτοσχεδιασμό πάνω σε σενάρια και στερεότυπους χαρακτήρες με τη χρήση προσωπίδων· μαζί της ανέβηκαν στη σκηνή και οι πρώτες γυναίκες επαγγελματίες ηθοποιοί, όπως η Isabella Andreini [Ιζαμπέλλα Αντρεΐνι].
Στην τραγωδία, η Σοφονίσβη [Sofonisba] (1515) του Gian Giorgio Trissino [Τζαν Τζώρτζιο Τρίσσινο] ακολούθησε τα ελληνικά πρότυπα. Η Ορβέκκη [Orbecche] (Φερράρα, 1541) του Giovan Battista Giraldi Cinzio [Τζοβάν Μπαττίστα Τζιράλντι Τσίντσιο] καθιέρωσε την τραγωδία της εκδίκησης: ο βασιλιάς προσφέρει στην κόρη του τα ακρωτηριασμένα μέλη του κρυφού συζύγου της και των παιδιών τους, μία σκηνή φρίκης, η οποία ενσωματώθηκε στην κρητική τραγωδία Ερωφίλη. Το ποιμενικό ή βουκολικό δράμα κορυφώθηκε με τον Αμύντα [Aminta] (1573) του Torquato Tasso [Τορκουάτο Τάσσο].
Οι παραστάσεις δίνονταν αρχικά σε προσωρινές σκηνές μέσα σε αίθουσες ανακτόρων και αρχοντικών. Το Περί αρχιτεκτονικής [De architectura] του Βιτρούβιου [Vitruvius], τυπωμένο γύρω στο 1486, αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την ανασύσταση του αρχαίου θεάτρου. Ο Sebastiano Serlio [Σεμπαστιάνο Σέρλιο] συνδύασε τις βιτρουβιανές αρχές με τη ζωγραφική προοπτική και σχεδίασε τρεις τυποποιημένες σκηνές, την τραγική, την κωμική και τη σατυρική (1545). Το Ολυμπικό Θέατρο [Teatro Olimpico] της Βιτσέντσας, σε σχέδια του Andrea Palladio [Αντρέα Παλλάντιο] και του Vincenzo Scamozzi [Βιντσέντσο Σκαμότσι], εγκαινιάστηκε το 1585 με τον Οιδίποδα τύραννο του Σοφοκλή και είναι το παλαιότερο σωζόμενο στεγασμένο θέατρο. Η προοπτική σκηνογραφία και οι σκηνικές μηχανές οδήγησαν στην παγίωση της ιταλικής σκηνής.
Στις αυλές, τα ιντερμέδια ανάμεσα στις πράξεις των έργων εξελίχθηκαν σε αυτόνομα πολυτελή θεάματα: στη Φλωρεντία της όψιμης Αναγέννησης (1589), οι μηχανές του Bernardo Buontalenti [Μπερνάρντο Μπουονταλέντι] κατέβαζαν σύννεφα με θεότητες και αποκάλυπταν θάλασσες και τον Κάτω Κόσμο. Η μουσική τους στηριζόταν κυρίως στο μαδριγάλι, το πολυφωνικό κοσμικό τραγούδι σε ποίηση του Πετράρχη [Francesco Petrarca] και του Tasso, που κυριάρχησε στη λόγια μουσική του 16ου αιώνα. Στα τέλη του αιώνα, η μαδριγαλοκωμωδία [commedia madrigalesca] συνέδεσε σε αλληλουχία μαδριγάλια που αφηγούνταν μια κωμική υπόθεση με πρόσωπα της κομμέντια ντελλ άρτε. Στο L'Amfiparnaso [Ο Αμφιπαρνασσός] (1597) του Orazio Vecchi [Οράτσιο Βέκκι], ο Πανταλόνε, ο Γκρατσιάνο και οι ερωτευμένοι νέοι ζωντάνευαν μόνο μέσα από πέντε φωνές, χωρίς σκηνικά και κοστούμια· όπως διευκρινίζει ο πρόλογος, το θέαμα αυτό «εισέρχεται από τα αυτιά και όχι από τα μάτια». Η Φλωρεντινή καμεράτα θεώρησε ότι η πολυφωνία συσκότιζε τον λόγο· αναζητώντας την αρχαία ενότητα λόγου και μουσικής, στράφηκε στη μονωδία και οδήγησε στο μελικό δράμα [dramma per musica]: η Ευρυδίκη [Euridice] (1600) του Jacopo Peri [Γιάκοπο Πέρι] σηματοδοτεί τη γέννηση της όπερας.
Στον ελληνικό χώρο, τα ιταλικά πρότυπα πέρασαν στο κρητικό θέατρο, το οποίο άνθισε επί Ενετοκρατίας έως το 1669. Χρονολογικά τοποθετείται στο μεταίχμιο της όψιμης Αναγέννησης και του πρώιμου Μπαρόκ, αντλώντας από αμφότερα σε επίπεδο δραματουργίας και ύφους. Η Ερωφίλη (π. 1595) του Γεωργίου Χορτάτση έχει ως βασικό πρότυπο την Ορβέκκη, από την οποία δανείζεται και το φρικτό «δώρο» του βασιλιά, ενώ τα ιντερμέδιά της αντλούν από την Ελευθερωμένη Ιερουσαλήμ [La Gerusalemme liberata] του Tasso. Το αναγεννησιακό θέατρο καθιέρωσε τα δραματικά είδη, τη θεωρία του δράματος, την προοπτική σκηνογραφία και τον επαγγελματισμό στο θέατρο, θεμέλια του νεότερου ευρωπαϊκού θεάτρου.